Πέμπτη 12 Μαΐου 2011

Ο Άγιος Επιφάνιος (12 Μαΐου)



Πρόμαχος της Ορθοδοξίας. Θιασώτης του ασκητισμού.
Αντιαιρετικός συγγραφέας με αγιότητα βίου και αγωνιστικό φρόνημα ασυνήθιστο.
Να τι χαρακτηρίζει τη ζωή του μεγάλου τούτου πατέρα της Κυπριακής Εκκλησίας, που σύμφωνα με τον άγιο Ιερώνυμο είναι «το τελευταίο λείψανο της αρχαίας ευσέβειας».

Γεννήθηκε σ' ένα χωριό της Δυτικής Παλαιστίνης τη Βησανδούκη
. Κυπριακή λαϊκή παράδοση αναφέρει, πως ο άγιος Επιφάνιος γεννήθηκε στον Καλοπαναγιώτη της Κύπρου, ένα χωριό της Μαραθάσας και μεγάλωσε στή Βησανδούκη., που ήταν κοντά στην Ελευθερούπολη, τέσσερα μίλια μακριά, γύρω στο 315 μ.Χ.
Οι γονείς του ήταν Ιουδαίοι κι είχαν δύο παιδιά. Τον Επιφάνιο και μια κόρη, την Καλλίτροπο.
Στην ηλικία των 10 χρόνων ο πατέρας πέθανε και τα παιδιά έμειναν ορφανά. Η μητέρα, που είχε να φροντίσει για τη συντήρηση όλων, κάλεσε μια μέρα τον μικρό Επιφάνιο και του έδωκε ένα γαϊδούρι που είχαν, να πάει στην πανήγυρη να το πωλήσει και να φέρει τα χρήματα να περάσουν. Το γαϊδούρι ήταν ατίθασο κι είχε κι άλλα πολλά ελαττώματα. Γι' αυτό το παιδί δίσταζε. Οι προτροπές της μητέρας κι οι παρακλήσεις της βοήθησαν το παιδί να νικήσει τους δισταγμούς και να πάει. Στην πανήγυρη, ένας καλοντυμένος Εβραίος πλησίασε κάποια στιγμή τον Επιφάνιο και ζήτησε να μάθει, αν το ζώο το είχε για πώληση και πόσο ήθελε γι' αυτό. Το παιδί είπε την τιμή, τρία νομίσματα, αλλά πρόσθεσε, πως το ζώο ήταν ατίθασο και με πολλά ελαττώματα. Η ειλικρίνεια του παιδιού έκαμε εντύπωση στον αγοραστή, ο οποίος, σαν έμαθε πως το παιδί ήταν κι ορφανό, του έδωσε τα τρία νομίσματα και του συνέστησε να γυρίσει σπίτι του.
- Κράτησε, του είπε και το γαϊδούρι, αν φρονιμέψει, για τις ανάγκες σας. Αλλιώς να πεις στη μητέρα σου να το απομακρύνει από κοντά σας, μήπως και σας κάμει κακό.

Ο μικρός Επιφάνιος πήρε τα χρήματα και τραβώντας το ζώο απ' το σχοινί ξεκίνησε, να γυρίσει πίσω στο χωριό. Στο δρόμο τον συνήντησε ένας χριστιανός, που λεγόταν Κλεόβιος και ρώτησε κι αυτός να μάθει, αν πωλούσε το γαϊδούρι. Ο Επιφάνιος με ειλικρίνεια πάλι ομολόγησε, πως το ζώο το είχε για πώληση, αλλά δεν τολμούσε να το συστήσει, γιατί ήταν ιδιότροπο. Προτού ακόμη το παιδί τελειώσει τη φράση του, το ζώο αφήνιασε, του έδωκε μια κλωτσιά στο πόδι και τον πέταξε κάτω. Ύστερα απομακρύνθηκε με γρηγοράδα. Ο Κλεόβιος που είδε το επεισόδιο, πλησίασε τον Επιφάνιο, έκαμε πάνω στο κτυπημένο μέρος του ποδιού τρεις φορές το σημείο του σταυρού με αποτέλεσμα να γίνει αμέσως καλά. Μετά στράφηκε προς το ζώο που έτρεχε και φώναξε:

Ω ατίθασο ζώο, που θέλησες να σκοτώσεις τον αφέντη σου. Στο όνομα του Ιησού Χριστού του Εσταυρωμένου, να μην κινηθείς από τη θέση σου.
Με την επίκληση του ονόματος του Κυρίου το γαϊδούρι έπεσε και ψόφησε. Τα θαύμα έκαμε τεράστια εντύπωση στο παιδί, που πρώτη φορά άκουσε για τον Ιησού Χριστό. Σαν έφτασε στο σπίτι, διηγήθηκε στη μητέρα του τα όσα έγιναν. Κι από την ήμερα εκείνη άρχισε με ζήλο να αναζητά κάποιο πρόσωπο, που να του μιλήσει περισσότερα για τον Εσταυρωμένο Ιησού.
Κι η ευκαιρία δόθηκε.

Ο Παντοδύναμος Θεός, που θέλει όλων των ανθρώπων τη σωτηρία, τακτοποίησε τα πράγματα. Ο Επιφάνιος, ύστερα από έξη χρόνια, συναντήθηκε με κάποιο μοναχό Λουκιανό, γνωστό για τα γνήσια φιλανθρωπικά του αισθήματα κι από αυτόν άκουσε, ό,τι η ψυχή του ζητούσε. Αφού κατηχήθηκε στη χριστιανική πίστη, πώλησε τα υπάρχοντά του, κράτησε για την αδελφή του και τον εαυτό του μερικά χρήματα για βιβλία -η μητέρα τους είχε αποθάνει-, μοίρασε τα υπόλοιπα στους φτωχούς και γεμάτος χαρά κι αγαλλίαση προχώρησε με την αδελφή του στο Βάπτισμα. Το μυστήριο τέλεσε ο ίδιος ο επίσκοπος.
Την ήμερα εκείνη και την ώρα που ο Επιφάνιος ανέβαινε τα σκαλοπάτια, για να μπει μέσα στον ναό συνέβηκε κάτι το παράδοξο.
Μόλις ο κατηχούμενος έβαλε το πόδι στο πρώτο σκαλοπάτι του ναού, του έπεσε το παπούτσι του αριστερού ποδιού. Όταν δοκίμασε να ανέβει το δεύτερο σκαλοπάτι, τότε του βγήκε και το παπούτσι του δεξιού.
Από τότε ο μακάριος πατήρ δεν δέχθηκε να φορέσει άλλα παπούτσια.
Μα και κάτι άλλο.
Τη στιγμή που διαβαζόταν η ευαγγελική περικοπή, ο επίσκοπος είδε το πρόσωπο του Επιφανίου να φωτίζεται από ένα ιλαρό φως και το κεφάλι του να 'ναι στεφανωμένο με ένα λαμπρό στεφάνι.
Ήταν και τα δύο αγγελικά του κατοπινού του μεγαλείου.

Επτά μέρες ύστερα από το βάπτισμα, ο νεοφώτιστος τακτοποίησε την αδελφή του σ' ένα γυναικείο μοναστήρι κι έφυγε κι αυτός σ' ένα άλλο. Σε τούτο ήταν δέκα καλλιγράφοι μοναχοί κι ηγούμενος ο γνωστός άγιος Ιλαρίωνας. Κοντά στον μεγάλο αυτό ασκητή, που έτρωγε μια φορά κάθε δύο ή τρεις ή και περισσότερες μέρες προσκολλήθηκε ο δεκαεξάχρονος νέος. Και τον μιμήθηκε πιστά. Η υπομονή κι επιμονή του, η ταπείνωση και φιλομάθειά του, αλλά κι η αυστηρή εγκράτειά του, ήταν υπόδειγμα σ' όλους. Γι' αυτό και νωρίς τον χαρίτωσε ο Κύριος. Και να!

Στον τόπο που βρισκόταν το μοναστήρι δεν είχε νερό. Οι μοναχοί το κουβαλούσαν τη νύχτα από μια πηγή, που ήταν κάπου πέντε μίλια μακριά. Μια φορά έτυχε να περάσουν από εκεί μερικοί οδοιπόροι, που είχαν τα ζώα τους φορτωμένα με κρασί και τους ζήτησαν λίγο νερό, για να πιουν κι αυτοί και τα ζώα τους. Οι μοναχοί δυστυχώς δεν είχαν κι έτσι όλοι κινδύνευαν να πεθάνουν απ' τη δίψα. Την έλλειψη έμαθε κι ο Επιφάνιος. Χωρίς να χάσει καιρό, πλησίασε τους ξένους πήρε στα χέρια του τα ασκιά με το κρασί και κάμνοντας μια προσευχή είπε:
- Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, που έκανες στην Κανά της Γαλιλαίος το νερό κρασί, κάνε τώρα κι εδώ το κρασί νερό για τα πλάσματά σου.
Και ω του θαύματος!
  • Το κρασί έγινε νερό.
  • Κι ήπιαν οι άνθρωποι.
  • Ήπιαν και τα ζώα.
  • Και ξεδίψασαν.
  • Και συνήλθαν.
Οδοιπόροι και μοναχοί κατασυγκινημένοι δόξασαν τον Θεό κι έκαμαν το θαύμα γνωστό παντού. Γι' αυτό κι ο άγιος έφυγε από το μέρος εκείνο και πήγε σε τόπο αγριότερο. Μια μέρα εκεί που προσευχόταν - κι ήταν τρεις μέρες νηστικός και διψασμένος - έτυχε να περνούν από κοντά σαράντα Σαρακηνοί. Σαν τον είδαν μόνο, να ζει σε τέτοιο τόπο, άρχισαν να τον κοροϊδεύουν. Ένας μάλιστα απ' αυτούς ο πιο άγριος που είχε χαλασμένο το ένα μάτι, έτρεξε και τράβηξε το μαχαίρι να τον κτυπήσει. Ο άγιος, χωρίς να φοβηθεί, έκαμε μια επίκληση και στη στιγμή το τυφλό μάτι του βάρβαρου Σαρακηνού άνοιξε κι αυτός ταραγμένος απ' το θαύμα στάθηκε ακίνητος κι άφησε το μαχαίρι να πέσει απ' το χέρι του. Οι συνοδοιπόροι του απορημένοι πλησίασαν τον άγιο και σαν είδαν τον τυφλό σύντροφο τους θεραπευμένο, στάθηκαν κι αυτοί με φόβο χωρίς να ξέρουν τι να κάμουν.

Ο άγιος που είδε την ταραχή τους άρχισε να τους μιλά με ταπείνωση κι έμεινε μαζί τους τρεις ολόκληρους μήνες. Και τους δίδασκε. Και τους νουθετούσε. Και τους εμπόδιζε από του να κάμουν το κακό. Ύστερα τους αφήκε και γύρισε πάλι στο μοναστήρι του με ένα απ' αυτούς, που κατηχήθηκε απ' τον άγιο και βαπτίστηκε από τον Μέγα Ιλαρίωνα.

Πολλά θαύματα έκανε ο άγιος την περίοδο αυτή, αλλά κι αργότερα προπαντός θεραπείες δαιμονιζομένων.
Ενδεικτικά αναφέρουμε μερικά.
- Θεράπευσε την κόρη του βασιλιά της Περσίας από το δαιμόνιο που την βασάνιζε.
- Ανάστησε το νεκρό παιδί ενός άρχοντα της Περσίας.
- Θανάτωσε ένα λέοντα που έβγαινε από το δάσος κι έτρωγε τους ανθρώπους που περνούσαν από εκεί κοντά.
- Εξεδίωξε το δαιμόνιο από κάποιο Κάλλιστο που ήταν γιος του πρώτου Έπαρχου της Ρώμης.
- Θεράπευσε τον Μ. Θεοδόσιο, τον αυτοκράτορα, από παράλυση των κάτω άκρων.
Αυτά είναι ελάχιστα από τα πολλά θαύματα του αγίου. Ν' αναφερθούμε σ' όλα δεν μας είναι δυνατό. Ένα μόνο σημειώνουμε. Τα θαύματα του μεγάλου πατρός ήταν όλα πολύ φιλάνθρωπα.
Από το μέρος αυτό ο ιερός πατήρ ταξίδεψε αργότερα στην Αίγυπτο, όπου γνώρισε κι εδώ μεγάλες ασκητικές μορφές και πλούτισε τις γνώσεις του στη θρησκευτική θεολογία. Μετά γύρισε και πάλι στην Παλαιστίνη, όπου ίδρυσε δικό του μοναστήρι, το οποίο και διηύθυνε για πολλά χρόνια.

Οι πολλές αρετές του Επιφανίου και το πλούσιο θαυματουργικό του χάρισμα, έκαμαν τον άγιο κι εδώ πολύ γνωστό. Άρρωστοι από πολύ μακρινά μέρη που έπασχαν από διάφορες αγιάτρευτες αρρώστιες, ερχόντουσαν συχνά κοντά του για να πάρουν τη θεραπεία τους.
Ο πόθος του οσίου να ξαναδεί τον μεγάλο ασκητή Ιλαρίωνα που είχε αναχωρήσει προ καιρού για την Κύπρο, αλλά κι η επιθυμία του να αποφύγει όλους εκείνους, που τον πολιορκούσαν και τον πίεζαν να γίνει επίσκοπος, τον ώθησαν να ταξιδέψει κι αυτός στην Κύπρο. Ήταν τότε περίπου 57 χρόνων.
Αφού ο άγιος πήρε μαζί του δύο συνοδούς πήγε πρώτα στα Ιεροσόλυμα και προσκύνησε τον Τίμιο Σταυρό και μετά μπήκε σ' ένα πλοίο που τους έφερε στην Πάφο.
Εδώ συνήντησε τον άγιο Ιλαρίωνα κι έμεινε μαζί του δύο μήνες.
Όταν αργότερα αποφάσισε ν' αναχωρήσει, για να επιστρέψει στο μοναστήρι του στην Παλαιστίνη ο γέρο ασκητής τον κάλεσε και του είπε:
- Που θέλεις να πάς, τέκνον;
Ο Επιφάνιος αποκρίθηκε, πως ήθελε να πάει στη Γάζα. Ο ιερός ασκητής του είπε πάλι:
Όχι, τέκνον. Μην πάς στη Γάζα. Πήγαινε καλύτερα στή Σαλαμίνα.
. Η Σαλαμίνα, που κτίστηκε από τον ήρωα του Τρωικού πολέμου Τεύκρο, τον γιο του Τελαμώνα, προς τιμή της πατρίδας του Σαλαμίνας, καταστράφηκε τον 4ο αιώνα μ.Χ. από σεισμό. Η πόλη ξανακτίστηκε από τον γιο του Μ. Κων/τίνου, τον Κωνστάντιο κι ονομάστηκε Κωνσταντία. Έγινε έδρα του Αρχιεπισκόπου Κύπρου, όταν νήσος είχε 14 επισκόπους κι έμεινε τέτοια μέχρι το 1191, που η Κύπρος κατακτήθηκε απ' τους Φράγκους. Σήμερα έδρα του Αρχιεπισκόπου είναι η Λευκωσία. Εκεί θα βρεις κατάλληλο τόπο να κατοικήσεις. Πήγαινε και μη παρακούσεις στα λόγια μου μήπως κινδυνέψεις απ' την θάλασσα.
Ο Επιφάνιος δεν άκουσε. Ήθελε να γυρίσει στην Παλαιστίνη. Κατέβηκε λοιπόν στην παραλία όπου ήταν δύο πλοία. Το ένα θα πήγαινε στη Σαλαμίνα και το άλλο στην Παλαιστίνη. Μπήκε στο δεύτερο. Μόλις όμως το πλοίο ξεκίνησε σηκώθηκε τρομερή τρικυμία. Τρεις μέρες η άγρια θαλασσοταραχή τους παίδευε. Τρεις μέρες το πλήρωμα του πλοίου απηλπισμένο περίμενε από στιγμή σε στιγμή την καταστροφή του. Επιτέλους την τέταρτη μέρα το πλοίο με πολύ κόπο και ζημιές έφτασε στη Σαλαμίνα για να γλιτώσει. Εκεί σταμάτησαν για να ξεκουραστούν και να επισκευάσουν τις βλάβες που έπαθαν.

Μια από τις μέρες αυτές που το πλοίο ήταν ελλιμενισμένο στη Σαλαμίνα, ο Επιφάνιος πήρε τους δύο συνοδούς του και βγήκε να πάει στην αγορά για ν' αγοράσει λίγα σταφύλια. Διάλεξε μερικά και την ώρα που ετοιμαζόταν να τα πληρώσει, ένας γηραιός κληρικός, ο επίσκοπος των Χυτρών Πάππος, που υποβασταζόταν από δύο διακόνους στάθηκε μπροστά του. Δύο άλλοι κληρικοί επίσκοποι κι αυτοί, ακολουθούσαν ξωπίσω του.
- Ώρα καλή, Αββά! Άφησε τα σταφύλια κι έλα μαζί μας στην εκκλησία, του είπε ο γηραιός επίσκοπος.
Τα λόγια του ψαλμωδού «ευφράνθην επι τοις ειρηκόσι μοι, εις οίκον Κυρίου πορευσόμεθα» (Ψαλ. ρκα', 1) πέρασαν με μιας από το μυαλό του. Και ακολούθησε. Όταν έφτασαν, ο γηραιός επίσκοπος Πάππος του είπε: «Κόψε ευλογητόν Πάτερ». Ο Επιφάνιος συγχυσμένος απήντησε: «Συγχώρησέ με, Δέσποτα. Δεν είμαι ιερωμένος».

Τότε ο Πάππος έβαλε ευλογητό. Κι αμέσως ένας διάκονος πήρε τον Επιφάνιο από την κεφαλή και τον οδήγησε στο Άγιο Βήμα. Εκεί ήταν κι άλλοι κληρικοί που βοηθούσαν τον γηραιό επίσκοπο, που χειροτόνησε τον Επιφάνιο διάκονο. Την άλλη μέρα έγινε η χειροτονία του σε πρεσβύτερο και την τρίτη σε επίσκοπο. Έτσι ο ευλαβής ασκητής χωρίς να το θέλει και χωρίς να το επιδιώξει ανέλαβε όλους τους βαθμούς της ιεροσύνης και ενθρονίστηκε επίσκοπος Σαλαμίνας, της οποίας ο επίσκοπος είχεν αποθάνει πριν αρκετές μέρες.

Το υψηλό έργο του επισκόπου κι η γρηγοράδα με την οποίαν ο Επιφάνιος ανέβηκε στο αξίωμα αυτό, δημιούργησαν στην ψυχή του μια τέτοια θλίψη, που του έφερνε συνέχεια δάκρυα. Τότε ο γηραιός Πάππος για να τον ενισχύσει αναγκάστηκε να του αποκαλύψει τα γεγονότα.
- Τέκνον μου, του είπε με αγάπη. Δεν είχα σκοπό να ομιλήσω. Με αναγκάζεις όμως με τη στάση σου. Όλοι αυτοί οι κληρικοί, διάκονοι, πρεσβύτεροι, επίσκοποι, που βρίσκονται εδώ, μαζεύτηκαν από όλο το νησί και ανέθεσαν σ' εμένα να διαλέξω τον άξιο κληρικό, που θα αναλάβει τη θέση του Αρχιεπισκόπου της Σαλαμίνας. Κλείστηκα λοιπόν, κι εγώ στο δωμάτιο μου και με δάκρυα παρακαλούσα τον Θεό να μου φανερώσει τον κατάλληλο. Ξαφνικά εκεί που προσευχόμουνα ένα φως άστραψε στο δωμάτιο και μια φωνή ακούστηκε να λέει:
— Πάππε, Πάππε, άκουσε! Πήγαινε αμέσως στην αγορά. Και τον μοναχό που θα βρεις να αγοράζει σταφύλια, πάρε τον και χειροτόνησέ τον επίσκοπο. Το όνομα του είναι Επιφάνιος. Και το πρόσωπο του ομοιάζει με τον προφήτη Ελισσαίο. Μη του φανερώσεις αμέσως για ποιο πράγμα τον θέλεις, για να μη σου φύγει. Αυτός είναι ο διαλεκτός. Αυτόν προορίζω. Αυτός θα τιμήσει την Εκκλησία μου.

Τα λόγια του γηραιού επισκόπου έκαμαν μεγάλη εντύπωση σ' όλους. Ο Επιφάνιος παρηγορήθηκε. Συγκινημένοι ανέβηκαν όλοι στο επισκοπείο, όπου δείπνησαν και δόξασαν τον Θεό. Την άλλη μέρα ανεχώρησε ο καθένας στην επισκοπή του.

Με τη χειροτονία του ο Επιφάνιος έγινε η πόλη η «επάνω ορούς κειμένη» κι ο λύχνος που τοποθετήθηκε «επί την λυχνίαν» για να λάμπει «πάσι τοις εν τη οικία». Και πέτυχε στο δύσκολο και βαρύ έργο του. Πέτυχε χάρη στο ζήλο του και την ταπεινοφροσύνη του. Πέτυχε χάρη στην αρετή και την αγιότητα του.

Στα 36 χρόνια της αρχιερατείας του, ο χειμαζόμενος λαός του νησιού βρήκε στο πρόσωπό του τον στοργικό πατέρα, τον ζηλωτή ιεραπόστολο, τον φωτεινό καθοδηγητή, τον ακούραστο προστάτη κι οδηγό.
Με τις αδιάκοπες ενέργειές του, το παράδειγμα και τη μόρφωσή του — γνώριζε πέντε γλώσσες, την Ελληνική, τη Συριακή, την Εβραϊκή, την Κοπτική και λίγο τη Λατινική - και προ παντός με τη δράση του, έγινε αφορμή ο χριστιανισμός να διαδοθεί παντού στην Κύπρο κι η Εκκλησία της να γίνει ζηλευτή.

Όταν ο άγιος τελούσε το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, κατά την ώρα της μετουσιώσεως των Τιμίων Δώρων, αναφέρεται πως ο ευλαβής επίσκοπος έβλεπε αυτό τούτο το Άγιο Πνεύμα να καταβαίνει επάνω στα Άχραντα Δώρα και να τα ευλογεί.

Φυσικά ο εχθρός της σωτηρίας των ανθρώπων, ο «αντίδικος ημών διάβολος», πολλές φορές την ολόλαμπρη δράση του φλογερού εργάτη της Εκκλησίας του Χριστού, προσπαθούσε να ανακόψει με ποικίλα εμπόδια και δυσκολίες. Η ταπεινοφροσύνη όμως του επισκόπου κι η πλούσια αγάπη, που ήταν θρονιασμένη στην ψυχή του, σκορπούσε τα εμπόδια και διέλυε τις πλεκτάνες.

Ο Επιφάνιος έγραψε και πολλά βιβλία.
 Τα σπουδαιότερα συγγράμματα του Επιφανίου είναι ο «Αγκυρωτός» και το «Πανάριον». Το πρώτον σε 120 παραγράφους περιλαμβάνει μια επιτομή της σύγχρονης προς τον άγιο Επιφάνιο Θεολογίας. Το «Πανάριον» δηλαδή κιβώτιο, όπως το εξηγεί ο ιερός συγγραφέας, περιέχει σωτηριώδη φάρμακα ,δηλαδή επιχειρήματα για την ανασκευή των αιρέσεων που υπήρχαν τότε. Τέτοιες αιρέσεις αναφέρει κάπου 80. Πολέμησε με σταθερότητα τις αιρέσεις και προάσπισε με πάθος την Ορθοδοξία. Ο ζήλος κι η αγάπη του γι' αύτη τον έσπρωχναν μερικές φορές σε υπερβολές. Η προσφορά του όμως υπήρξε μεγάλη κι ανιδιοτελής.

Μαζί με τέσσερις άλλους Κυπρίους επισκόπους, ο Επιφάνιος έλαβε μέρος και στη Δευτέρα Οικουμενική Σύνοδο.
Πέθανε σε βαθιά γηρατειά, σαν επέστρεφε από την Κωνσταντινούπολη όπου είχε μεταβεί για υποθέσεις της Εκκλησίας.

Ο διάδοχος του αγίου και μαθητής του, ο Σαβίνος, έκτισε προς τιμή του στη Σαλαμίνα μέγιστο ναό, του οποίου τα ερείπια σώζονται ως τα σήμερα.
Το σεπτό του σκήνωμα μετακόμισε στην Κων/πολη ο αυτοκράτορας Λέων Στ' ο Σοφός, μαζί με άλλα κειμήλια του νησιού.

Ο άγιος Επιφάνιος είναι μια από τις πιο φωτεινές μορφές της Εκκλησίας του νησιού μας. Έζησε με τον Χριστό και για τον Χριστό. Κήρυξε το άγιο όνομά Του και θαυματούργησε στ' όνομά Του. Ζει στη συνείδηση των χριστιανών που αγαπούν πραγματικά τον Εσταυρωμένο Ιησού, κι εξακολουθεί και σήμερα να διδάσκει και να εμπνέει όλους εκείνους που ποθούν και ζητούν να ιδούν μια αληθινή χριστιανική κοινωνία γύρω τους. Μια κοινωνία χωρίς μίση και φυλακές και κάτεργα. Μια κοινωνία ειρήνης, ομόνοιας κι αγάπης. Μια κοινωνία Χριστού.
Θα θελήσουν οι σημερινοί ιθύνοντες τα της Εκκλησίας, να τον αντιγράψουν και να τον μιμηθούν; Αλήθεια! Θα θελήσουν;

ΚΛΑΨΕ ΠΑ ΤΙΣ ΑΜΑΡΤΙΕΣ
«Τα φτερά κάνουν το παγώνι πανέμορφο και πολύ χαριτωμένο. Κι αυτό, που λες και το καταλαβαίνει, σαν περπατά, αγάλλεται και καμαρώνει για την ομορφιά του. Αν όμως τύχει και δει τα πόδια του που είναι άσχημα, ξεφωνίζει άγρια, σαν να θέλει να το φωνάζει. Έτσι κι εσύ, χριστιανέ. Όταν σκέφτεσαι, τι και πόσα σου χάρισε ο Θεός, να χαίρεσαι και να αγάλλεσαι. Όταν όμως δεις τις αμαρτίες σου, κλάψε μπροστά στον Θεό».


Απολυτίκιο Ήχος α'.
Του λίθου σφραγισθέντος...
Της Φοινίκης ο κλάδος και Κυπρίων το στήριγμα κα' Κωνστάντιας ανεδείχθης, Επιφάνιε, Πρόεδρος• δι' ο Ασσυρίων βασιλεύς πίπτει ποδών σου προσκυλινδούμενος• το πνεύμα διωκόμενον εξ αυτού δια της σης δεήσεως• δόξα τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα τω δωρησαμένω σε ημίν, πρέσβυν ακοίμητον.

Εξήγηση: Άγιε Επιφάνιε, βλαστάρι της Φοινίκης, αναδείχθηκες με τη χάρη του Θεού επίσκοπος στην Κωνστάντια κι έγινες το στήριγμα κι ο προστάτης των Κυπρίων. Γι' αυτό κι ένας βασιλιάς των Ασσυρίων, πέφτει στα πόδια σου κυλιόμενος μπροστά σου, με τις προσευχές σου τον απάλλαξες από το πονηρό πνεύμα που τον βασάνιζε. Ας είναι δοξασμένος Αυτός που σε δώρισε σε μας, για να πρεσβεύεις ακατάπαυστα για τη σωτηρία μας.


Αναδημοσίευση από: Πηγή Ζωής

Ρώτησαν τι είναι ταπείνωση




Ρώτησαν τον αββά Ησαία τι είναι ταπείνωση, κι εκείνος είπε:


-Ταπείνωση είναι να θεωρούμε τον εαυτό μας πιο αμαρτωλό απ΄ όλους τους ανθρώπους και να εξουθενώνουμε τον εαυτό μας ότι τίποτε καλό δεν κάναμε ενώπιον του Θεού.
Και η εργασία της ταπείνωσης είναι η εξής: Να σιωπούμε, να μη ψηφίζουμε τον εαυτό μας σε καμιά περίπτωση, να μην είμαστε φιλόνικοι, να είμαστε έτοιμοι για υποταγή, με το βλέμμα χαμηλωμένο, τον θάνατο να έχουμε πρό οφθαλμών, να μην χρησιμοποιούμε το ψέμα και τον αργό λόγο.

Να μην αντιμιλούμε στον μεγαλύτερο, να μη θέλουμε να περάσει ο λόγος μας, να υπομένουμε τις περιφρονήσεις, να μισήσουμε την ανάπαυση, να βιάζουμε τον εαυτό μας σε κάθε περίπτωση, να είμαστε νηφάλιοι, να κόψουμε το θέλημά μας, να μην προκαλούμε κανέναν και να μη φθονούμε κανένα».
«Ας μη μιλάει η γλώσσα σου, αλλά η πράξη. Ο λόγος σου να΄ ναι ταπεινός περισσότερο απ΄ ό,τι η πράξη.
Μην μιλήσεις ερήμην της συνειδήσεώς σου και μη διδάξεις χωρίς ταπείνωση, για να δεχθεί η γη τον σπόρο σου».

Πηγή: Γεροντικό

Αναδημοσίευση από: Ψήγματα Ορθοδοξίας

Πώς ζει κανείς μαζί με έναν τέτοιο άνθρωπο;



Μία Νεοεποχίτισα στην Ορθοδοξία

Η επιστολή μίας γυναίκας της οποίας ο άνδρας δεν πιστεύει, γίνεται εφαλτήριο για να αναρωτηθούμε όλοι μας «Πως είναι δυνατόν να ζούμε με έναν τέτοιο άνθρωπο;» Αλλά αυτός ο «απαράδεκτος» άνθρωπος, ίσως να μην είναι άλλος από... τον κακό εαυτό μας!
Έγινα Ορθόδοξη Χριστιανή πριν από τριάμιση χρόνια. Προηγουμένως όμως, αναζητούσα τον Θεό σε πολλά άλλα μέρη. Μετά την γέννηση του γιου μου, αρρώστησα βαριά, και εν καιρώ ακινητοποιήθηκα. Τα βιβλία των διαφόρων Νέο-Εποχίτικων συγγραφέων με έβγαλαν από την κατάθλιψη που ένοιωθα, και μου έδωσαν καινούργια ελπίδα.
Ο νέος «πνευματικός δάσκαλός» μου ήταν ο Λαζάρεφ. Έμαθα και για την Λουίζα Χέη, τους Ρέριχ… Παρέα με τον γιο μου, παρακολουθούσα μια ομάδα που συνδύαζε φυσική άσκηση και πνευματική εξέλιξη. Κάθε νέο βιβλίο, μου παρείχε όλο και περισσότερη γνώση για τον κόσμο, για άλλους ανθρώπους και για τον Θεό.
Θυμάμαι ένα από τα μαθήματα φιλοσοφίας. Οι συμμαθητές μου τσακώνονταν με τον δάσκαλο για κάποια απορία τους, και εγώ γελούσα, γεμάτη περηφάνεια, καθώς σκεφτόμουν πόσο περισσότερη γνώση είχα εγώ από αυτούς. Επί πλέον, διαμόρφωσα την ίδια καταδεκτική στάση προς τον σύζυγό μου. Αχ, πόσο ήθελα να τον διαφωτίσω, να του δείξω «τον σωστό τρόπο» που έπρεπε να ζει! Πόσο ευχόμουν να μπορούσαμε να προχωρήσουμε σε ένα συναρπαστικό και υπέροχο μέλλον μαζί! Όμως αυτός, σαν αποφασισμένος Αγνωστικιστής (που δεν ήταν σίγουρος αν ο Θεός υπήρχε ή δεν υπήρχε, και ούτε επιθυμούσε να συζητήσει το θέμα) δεν είχε καμία επιθυμία να αλλάξει. Κορόιδευε τα ερωτήματά μου και θύμωνε, όποτε τον πίεζα να ανοιχτεί σε κουβέντα. Ενοχλήθηκε δε πάρα πολύ, όταν επιχείρησα να περάσω την Νέο-Εποχίτικη γνώση μου στον γιο μας. Χύθηκαν δάκρυα, οι καβγάδες έπεφταν βροχή. Ο σύζυγός μου επίσης μου επισήμαινε την σωματική μου εξάρτηση.
Τώρα πια, θυμάμαι εκείνη την εποχή με ντροπή. Αναπολώ την φρίκη και τον ξαφνικό φόβο που ένοιωθα για το άτομό μου (αργότερα, κατάλαβα πως περπατούσα στην κόψη ξυραφιού, και πως μόνο κάποιο θαύμα –ή πιθανόν οι προσευχές των πεθαμένων Χριστιανών συγγενών μου- με προφύλαξαν από την Νέο-Εποχίτικη αίρεση), και θυμάμαι με ένθερμη ευγνωμοσύνη τον σύζυγό μου, ο οποίος μέσα στον σκεπτικισμό του μπόρεσε να φυτέψει ένα σπόρο αμφιβολίας μέσα στο μυαλό μου, αλλά και συνέχιζε να με αγαπά – εμένα, ένα ανάπηρο άτομο που τώρα άγγιζε την τρέλα (τώρα βλέπω πώς η τρέλα σταδιακά ελέγχει τέτοιους ενεργούς αποκρυφιστές).
Θα αναρωτιέστε, προς τι μια τόσο μακροσκελής εισαγωγή; Λοιπόν, η νέα μεταστροφή μου στην Ρωσική Ορθοδοξία, οι νέοι φίλοι, βιβλία κλπ, είχαν θεωρηθεί από τον σύζυγό μου σαν κάτι όχι καινούργιο, αλλά σαν μια συνέχιση της ίδιας αναζήτησης, σαν κάτι κοσμικό που σύντομα θα το αντικαθιστούσε κάτι πιο νέο και συναρπαστικό.
Ο σύζυγός μου συνέχισε να κριτικάρει τις ιδέες μου, τους φίλους μου και τα βιβλία μου. Ο νέος αντίπαλός του τώρα ήταν ο Κουράεφ και όχι ο Λαζάρεφ. Ε, και, λοιπόν; Άρχισαν πάλι οι καβγάδες. Τώρα όμως, έχω αποκτήσει κάποια εμπειρία, και καταλαβαίνω πως όλα είναι αλλιώτικα, αληθινά, και ενεργά, και οι νέοι φίλοι μου είναι καλύτεροι από τους παλιούς. Υπήρχε λιγότερος κίνδυνος – η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι κάποια σέκτα και ο σύζυγός μου αυτό το καταλάβαινε. Έτσι, οι καβγάδες μας ήταν λιγότερο θορυβώδεις.
Ο σύζυγός μου θα έφευγε για κάποιο μακρινό ταξίδι, για εννέα μήνες. Πιθανόν αυτός να ήταν ο λόγος που δεν καβγαδίζαμε πριν αναχωρήσει, και μάλιστα, μία εβδομάδα πριν την αναχώρησή του, παντρευτήκαμε σε εκκλησία. Μάλλον αυτό ήταν το δώρο του σε μένα, εν όψει του παρατεταμένου χωρισμού μας.
Έφυγε, και εγώ άρχισα να ασχολούμαι πολύ με την εκκλησία. Ο γιος μου ήταν στο σπίτι της γιαγιάς του (επειδή εγώ είχα ακόμα κάμποσους μήνες νοσοκομειακής θεραπείας μπροστά μου), η έρευνα για το πτυχίο μου είχε σχεδόν τελειώσει, και δεν υπήρχαν εμπόδια που να μην με αφήνουν να διαβάζω βιβλία ή να πηγαίνω στην εκκλησία. Όλες αυτές οι ασχολίες απαιτούσαν μεγάλα ποσά χρημάτων και πολύ χρόνο. Η γειτόνισσά μου, που με είχε καθοδηγήσει, έγινε σαν Ανάδοχός μου, ή και πιο κοντινή. Λίγο πριν την επιστροφή του συζύγου μου, φέραμε ιερέα να κάνει αγιασμό στο διαμέρισμα. Όταν γύρισε σπίτι ο σύζυγός μου, τον υποδέχθηκε το άρωμα από το θυμίαμα παντού μέσα στο σπίτι, τα ράφια της βιβλιοθήκης γεμάτα από Χριστιανικά βιβλία, δύο συστάδες από εικονίσματα – η μια σε άλλο δωμάτιο – και εμένα, με μάτια να λάμπουν, μεταμορφωμένη, και να αδημονώ να μοιραστώ ολόκληρη την εμπειρία και γνώση που είχα αποκτήσει κατά την απουσία του.
Έδειχνε κάποια ανοχή στις αλλαγές αυτές, τουλάχιστον μέχρι που ο οκτάχρονος γιος μας επέστρεψε από την γιαγιά του. Οφείλω να πω, ότι το αγόρι προθύμως συνδέθηκε με την Ορθοδοξία, και άρχισε να διαβάζει προσευχές, να γονατίζει μπροστά στις εικόνες, να έρχεται στην εκκλησία και να φοράει το σταυρουδάκι του πάντοτε πάνω του. Και μετά...
Μία μέρα, ο πατέρας κάλεσε τον γιο του να πάνε μαζί στο ποτάμι. Ήταν μια ζεστή ημέρα, και θα πήγαιναν, φορώντας μόνο τα σορτς τους. Ζήτησε από το παιδί να αφήσει στο σπίτι το σταυρουδάκι του, για να μην το χάσει, ή να μη σπάσει, ή κάτι τέτοιο… Δεν θέλω να ξαναφέρω στη μνήμη μου την υπόλοιπη εκείνη ημέρα. Ποτέ δεν είχαμε κάνει τέτοιους τρομακτικούς καβγάδες, είτε πριν είτε μετά από το περιστατικό εκείνο. Προέκυψε τριήμερος πόλεμος ανάμεσά μας. Έβρισκα την απαίτηση του συζύγου μου να φύγει ο σταυρός από τον λαιμό του παιδιού μου αδιανόητη, και το ξεκαθάρισα στο παιδί μας. Πολλοί από τους φίλους μου, συμπεριλαμβανομένου και του ιερέα, υποστήριξαν την απόφασή μου.
Είναι πολύ πιθανό, ο ιερέας να μην είχε αντιληφθεί το σύνολο των συνθηκών γύρω από τον πόλεμο αυτό – αυτός απλώς σχολίασε πως ο σταυρός δεν θα έπρεπε να βγει, τελεία και παύλα. Εγώ εξέλαβα την απάντηση του ιερέα ως οριστική, μιας και δεν υπήρχε χρόνος να κάνουμε παρατεταμένη κουβέντα επί του θέματος. Ο σύζυγός μου όμως, ένοιωσε ενοχλημένος και ταπεινωμένος, ένοιωθε πως στρέφαμε τον γιο του εναντίον του, και πως του βάζαμε τρελές ιδέες μέσα στο μυαλό του – όπως π.χ., πως ο Θεός είναι πάνω απ’ όλα και πως αυτός – ο πατέρας – έρχεται δεύτερος. Για τον σύζυγό μου, η λέξη «Θεός» ήταν απλώς μια σκέψη, ένας κενός θόρυβος που προερχόταν από τους φίλους μου, έτσι, όταν άκουγε για την κυριαρχία του Θεού, ήταν σαν να άκουγε πως εμείς κυριαρχούσαμε πάνω από αυτόν. Τώρα, μπορώ να δω πόσο μπερδεμένα ήσαν τα πράγματα. Τότε όμως, δεν είχα ιδέα.
Ένοιωσα απίστευτα άσχημα. Ο σύζυγός μου πέταξε έξω σχεδόν όλες τις εικόνες, το καντήλι, ξέσχισε μερικά βιβλία που τα θεωρούσε επικίνδυνα, και μου έδωσε οδηγία να στείλω τα άλλα βιβλία στην γειτόνισσά μου. Μου απαγόρευσε να προφέρω μπροστά του τις λέξεις «Θεός» και «Εκκλησία». Δεν ήξερα τι να κάνω, τι να σκεφθώ… Δεν υπήρχε πια χρόνος για μικρούς σκυλοκαβγάδες. Φάνηκε, πως μπήκε μέσα στο σπίτι μας ένας αληθινός μπελάς. Φοβόμουν για τον σύζυγό μου, τον γιο μου, τον εαυτό μου… Και σε λίγο, θα έπρεπε να φύγουμε και οι τρεις για την Γερμανία για μεγάλο διάστημα. Αναρωτιόμουν συχνά, αν θα βρισκόταν καν ευκαιρία να επισκεφθώ κάποια εκκλησία εκεί. Καταφέραμε να ειρηνεύσουμε πάλι, αλλά η ειρήνη ήταν μόνο επιφανειακή. Ο σύζυγός μου άρχισε να επιμένει να πάρω πίσω όσα λόγια είχα πει για την κυριαρχία του Θεού. Δεν μπόρεσα να κάνω τέτοιο πράγμα. Ούτε μπορούσα να του ζητήσω ειλικρινά συγγνώμη, βρίσκοντας τον εαυτόν μου ένοχο, αλλά χωρίς να μπορώ να εντοπίσω την προέλευση της ενοχής μου αυτής.
Δεν υπήρχε λύση πρόχειρη. Ο γιος μου και εγώ αποσυρθήκαμε στις «κατακόμβες»: προσευχόμασταν σιωπηλά και μυστικά, όταν ο σύζυγός μου έλειπε από το σπίτι. Εξήγησα στο παιδί πως ο πατέρας του ήταν καλός άνθρωπος, αλλά απλώς δεν πίστευε στον Θεό, και πως χρειάζεται να προσευχηθούμε εμείς για αυτόν, επειδή δεν ήταν ένοχος ο ίδιος, αλλά έπασχε από ένα είδος αρρώστιας. Του είπα πως και εγώ περπατούσα με δυσκολία, αλλά κανείς δεν με κορόϊδευε. Όμως, μέσα στην καρδιά μου, ένοιωθα το χάσμα που μεγάλωνε ανάμεσα σε μένα και τον σύζυγό μου, και δεν έβλεπα να υπάρχει τρόπος να γεφυρωθεί αυτό το χάσμα, ποτέ πια.
Έτσι είχαν τα πράγματα, όταν φύγαμε για την Γερμανία. Πρέπει να προσθέσω όμως, πως λίγο πριν από την αναχώρησή μας, ο σύζυγός μου με άφησε να επισκεφθώ μια τοπική, θαυματουργή εικόνα, και μου έδωσε χρήματα για το ταξί. Καλή η χειρονομία αυτή, αλλά όχι αρκετή. Άλλωστε, το προσκύνημα αυτό δεν θεράπευσε την αρρώστια μου. Ο σύζυγός μου δεν έκανε κανένα σχόλιο, όμως υποψιάστηκα πως κατά βάθος χάρηκε.
Όταν φτάσαμε στο νέο τόπο, τόλμησα να βάλω τρεις μικροσκοπικές εικόνες στο λιγότερο εμφανές σημείο, με την ελπίδα πως δεν θα εκνεύριζαν τον σύζυγό μου. Προετοίμαζα τον εαυτό μου ψυχολογικά, πως θα ζούσε ένα χρόνο -ή και περισσότερο- αποχωρισμένη από το γνώριμο περιβάλλον των Ορθοδόξων Χριστιανών και την ζωή της Εκκλησίας όταν, δύο μέρες μετά την άφιξή μας, ήρθε τρέχοντας στο σπίτι ο γιος μου, λέγοντας πως μόλις είχε γνωρίσει μια Χριστιανή, και πως μας είχε καλέσει να πάμε εκείνη κιόλας την Κυριακή στην εκκλησία. Ξοπίσω από το παιδί, ήρθε και η ίδια η γυναίκα. Ήταν η Λάρισσα, μια μετανάστρια από την Μόσχα όπως εμείς. Προς μεγάλη μου έκπληξη, το σπίτι μας βρισκόταν ακριβώς δίπλα σε μια τοπική Ορθόδοξη κοινότητα, και προς μεγάλη μου χαρά, η εκκλησία εκείνη υπαγόταν στο Πατριαρχείο της Μόσχας. «Ας προσευχηθούμε, Σβέτα» ήταν τα πρώτα λόγια της Λάρισσας, αφού είχαμε ανταλλάξει τις πρώτες απαραίτητες πληροφορίες για τα άτομά μας. Αυτός ήταν ο τρόπος που γνώρισα την στενή φίλη μου, και –τρόπον τινά- πνευματική αδελφή μου.
Το βραδάκι, ρώτησα ήρεμα τον σύζυγό μου αν θα μας επέτρεπε να κάνομε ένα μικρό ταξιδάκι στην κοντινή κωμόπολη, για να λειτουργηθούμε. «Όχι» ήταν η απάντηση που πήρα. Και μετά, σαν συμπλήρωμα, μια ένθερμη ομιλία για το πώς ήρθε εδώ, με την ελπίδα πως θα ξεκουραζόταν από όλες τις ανοησίες μας, και με μια επίμονη επιθυμία να μην υπάρχει κανένα εκκλησιαστικό πνεύμα τριγύρω. Δεν μπορούσε να ανεχθεί εκείνα τα ταξίδια μας στην εκκλησία μια φορά στους τρεις μήνες, και αν του ζητούσαμε να πηγαίνουμε πιο συχνά, θα είμασταν εμείς υπεύθυνοι για τα όποια επακόλουθα.
Όμως δεν μπορούσαμε να σιωπούμε τελείως. Άνθρωποι από την ενορία με επισκέπτονταν στο σπίτι, και σύντομα έγιναν οι νέοι μου φίλοι. Η ομάδα μου αυτή προσπαθούσε να συμπεριφέρεται πολύ ευγενικά και αθόρυβα γύρω από τον σύζυγό μου, καθ’ ότι η ένταση ήταν εμφανής. Τώρα, ήταν το ζήτημα του αγιασμού του σπιτιού μας. Επρόκειτο κάποιος ιερέας να λειτουργήσει στην πόλη μας, και θα μπορούσε μετά να έρθει και στο σπίτι μου. Φοβόμουν να το αναφέρω… Κάπως, με την βοήθεια της Λάρισσας, ο σύζυγός μου συμφώνησε να έρθει ο ιερέας.
Όταν ήρθε ο ιερέας, δεν μου έκανε και σπουδαία εντύπωση. Έμοιαζε τρομερά νέος. Όμως, ο ιερέας είναι ιερέας, έτσι, αποφάσισα να μοιραστώ τις στενοχώριες μου μαζί του.
Συνολικά, το θέμα ήταν η ερώτηση του τίτλου της αφήγησης αυτής:
«ΠΩΣ ΖΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΜΑΖΙ ΜΕ ΕΝΑΝ ΤΕΤΟΙΟ ΑΝΘΡΩΠΟ;»
«Πολύ απλά» μου απάντησε ο ιερέας, «ΜΕ ΑΓΑΠΗ»
Όταν έφυγε ο ιερέας, αμέσως σχημάτισα τον αριθμό τηλεφώνου της εργασίας του συζύγου μου. «Συγχώρεσε με, σε παρακαλώ» του κλαψούρισα στο ακουστικό. «Ήμουν ένας απόλυτος βλάκας. Ο πάτερ Α. μου το εξήγησε προ ολίγου, και μου είπε να το εξομολογηθώ σε σένα και στον Θεό, και επίσης σου στέλνει τους θερμούς χαιρετισμούς του, καθώς και την συμπάθειά του, που έχεις μια τόσο ηλίθια σύζυγο.»
«Αλήθεια; Μα τότε στ’ αλήθεια υπάρχουν και ευφυείς άνθρωποι ανάμεσα στους Ορθόδοξους Χριστιανούς!» απάντησε ο σύζυγός μου.
Δεν έγινε τίποτε άλλο εκείνη την ημέρα… όμως ένοιωσα πως έφυγε από τους ώμους μου ένα μεγάλο φορτίο, και μου ήταν πλέον εύκολο να αναπνέω και να ζω. Συνέχισα να διαβάζω βιβλία, να σκέπτομαι, και να προσεύχομαι. Η ενοριακή μου ζωή ολόκληρη ήταν πάντα κρυμμένη από τα μάτια του συζύγου μου. Όμως μετά, λίγο-λίγο, τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν. Οι φίλοι μου έφεραν μια μεγάλη εικόνα, και ο σύζυγός μου δέχθηκε να τοποθετηθεί σε ένα εμφανές μέρος. Μπορούσα να καλώ τον ιερέα να λειτουργήσει μέσα στο σπίτι μας, και εγώ μπορούσα να πηγαίνω στην εκκλησία όσο συχνά επιθυμούσα. Βέβαια, δεν μπορούσα να πηγαίνω και πολύ συχνά, καθ’ ότι η αρρώστια μου χειροτέρευε. Η ίδια αρρώστια επίσης δεν μου επέτρεπε να νηστεύω. Ο σύζυγός μου και εγώ συζητούμε πολύ για την θρησκεία. Πολλές φορές με προκαλούσε να συζητούμε διάφορα θέματα. Αν και μερικές φορές κατέληγαν σε δάκρυα οι συζητήσεις μας, ήταν καλύτερα από πριν.
Συνέχιζε να πιστεύει πως η Αγία Γραφή ήταν μια συλλογή από μύθους, αλλά αυτά τα σχόλια δεν με ενοχλούσαν τόσο. Πίεσα τον εαυτό μου να είμαι όλο και πιο σιωπηλή. Επεδίωκα να μιλάω και να επιμένω λιγότερο, και να προσεύχομαι περισσότερο. Και να αγαπώ… να αγαπώ… να αγαπώ… Όπως έμαθα από την πείρα μου, όλα τα παθιασμένα λόγια μας είναι κενά, αν δεν υπάρχει αγάπη…
Το πρώτο σοκ ήρθε, όταν ο γιος μου έκανε πάλι κάποια αταξία, και ο σύζυγός μου μπήκε με φόρα στο δωμάτιό μας, στάθηκε μπροστά στις εικόνες και με ρώτησε:
«Ποια είναι η κυρίως εικόνα από αυτές;»
Του έδειξα την μεγάλη εικόνα του Χριστού Σωτήρος. Ο σύζυγός μου την ξεκρέμασε, και, παίρνοντας ένα σφυρί μαζί του, την πήγε στο δωμάτιο του παιδιού. Έτρεξα πίσω του, και αυτό που είδα, δεν το πίστευα: κάρφωσε μια μεγάλη πρόκα στο ντουβάρι, και κρέμασε πάνω του την εικόνα.
«Εδώ!» βροντοφώναξε στο έκπληκτο παιδί. «Ίσως να το σκεφτείς καλύτερα αυτό που έκανες, μπροστά στον Θεό σου – οι μικρές δεν φαίνεται να σου κάνουν και πολύ εντύπωση!» (Αναφερόταν στις μικρές χάρτινες εικονίτσες πάνω στο τραπέζι του γιου μου).
Ενάμιση χρόνο αφ’ ότου ήρθαμε στην Γερμανία, στους τελευταίους μήνες της παραμονής μας εδώ, ο σύζυγός μου εκνευριζόταν όταν ακυρώναμε τις επισκέψεις μας στην εκκλησία. Αποφάσισε, πως όχι μόνο ήταν χρήσιμο, αλλά και απαραίτητο, να δοθεί θρησκευτική εκπαίδευση στο παιδί μας.
Φέτος το καλοκαίρι, πήρε την Αγία Γραφή και άρχισε να την διαβάζει μόνος του. Μου είπε πως ένας από τους φίλους, του συνέστησε να το κάνει – σαν κάτι καλό πριν πάει για ύπνο.
Την επόμενη φορά που έφυγε για μεγάλο ταξίδι το φθινόπωρο, συμφώνησε να πάρει μαζί του την εικόνα της Παναγίας. (Εορτάζεται την ίδια μέρα με τα γενέθλιά του).
Δεν ξέρω αν θα προσέλθουμε ποτέ στο Άγιο Δισκοπότηρο με τα Άγια Δώρα, ή αν θα σταθούμε μαζί στην ημερήσια προσευχή, ή ακόμα αν θα τηρήσουμε τις νηστείες και θα εορτάσουμε τις εκκλησιαστικές εορτές μαζί. Ξέρω μόνο πως ο σύζυγός μου είναι πολύ καλύτερα και πιο ειλικρινής απ’ ότι είμαι εγώ στην δική του ζωή. Και μπορεί να αγαπά καλύτερα από μένα, μπορεί και είναι ταπεινός και υπομονετικός.
Έτσι τώρα υπάρχει ένα άλλο ερώτημα που με βασανίζει: ΠΩΣ ΖΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΜΕ ΕΝΑ ΑΤΟΜΟ ΣΑΝ ΕΜΕΝΑ;
Και είναι ένα ερώτημα που χρειάζεται άμεση απόφαση – πριν αρχίσει ο σύζυγός μου να το μελετά ο ίδιος. Επειδή, ποιος ξέρει;
Κύριε, βοήθησέ μας!
Φωτίνα

Μετάφραση Κ. Ν.


Αναδημοσίευση από: Όπου Γης

Κυριακή 8 Μαΐου 2011

Κύριε, δεν έχω φόβο Θεού


Ένας αδελφός έκανε συνεχώς αυτή την προσευχή στο Θεό:
- Κύριε, δεν έχω φόβο Θεού! Στείλε μου λοιπόν κεραυνό ή καμιάν άλλη τιμωρία ή αρρώστια ή δαιμόνιο, μήπως κι έτσι έρθει σε φόβο η πωρωμένη μου ψυχή.
Άλλοτε πάλι παρακαλούσε κι έλεγε:
- Ξέρω πώς έχω πολύ αμαρτήσει ενώπιόν Σου, Δέσποτα, και πώς είναι αναρίθμητα τα σφάλματά μου. Γι αυτό και δεν τολμώ να Σου ζητήσω να με συγχωρέσεις. Αν όμως είναι δυνατόν, συγχώρεσέ με για την ευσπλαχνία Σου. Αν πάλι είναι αδύνατον, τουλάχιστον τιμώρησέ με στη ζωή αυτή και μη με κολάσεις στην άλλη. Κι αν είναι και τούτο ακόμη αδύνατον, στείλε μου εδώ ένα μέρος της τιμωρίας και αλάφρωσέ μου εκεί την κόλαση. Άρχισε μόνο από τώρα να με τιμωρείς. Αλλά τιμώρησέ με σπλαχνικά, όχι με την οργή Σου, Δέσποτα.
Έτσι λοιπόν μετανοούσε έναν ολόκληρο χρόνο κι αυτά έλεγε με δάκρυα ικετευτικά, ολόθερμα και ολόψυχα, λιώνοντας και τσακίζοντας σώμα και ψυχή με νηστεία και αγρυπνία και άλλες κακουχίες.
Μια μέρα καθώς καθόταν καταγής, όπως συνήθιζε, θρηνώντας και φωνάζοντας σπαραχτικά, από την πολλή του λύπη, νύσταξε κι αποκοιμήθηκε.
Και να! Παρουσιάζεται μπροστά του ο Χριστός και του λέει με φωνή γεμάτη ιλαρότητα:
- Τι έχεις, άνθρωπέ μου; Γιατί κλαίς έτσι;
Ο αδελφός Τον αναγνώρισε και αποκρίθηκε έντρομος:
- Γιατί έπεσα, Κύριε!
- Έ, σήκω!
- Δεν μπορώ, Δέσποτα, αν δεν μου δώσεις το χέρι Σου!
Τότε Εκείνος άπλωσε το χέρι Του, έπιασε τον αδελφό και τον σήκωσε.
Μα κι όταν αυτός σηκώθηκε, συνέχισε να θρηνεί.
- Γιατί κλαις, άνθρωπέ μου; Γιατί είσαι λυπημένος; του ξαναλέει ο Κύριος με απαλή και ιλαρή πάλι φωνή.
- Δεν θέλεις, Κύριε, να κλαίω και να λυπάμαι, απάντησε ο αδελφός, πού τόσο πολύ Σε πίκρανα, αν και απόλαυσα τόσα αγαθά από Σένα;
Εκείνος άπλωσε ξανά το χέρι Του, τ΄ ακούμπησε στο κεφάλι του αδελφού και του είπε:
- Μη λυπάσαι πιά. Γιατί αν έδωσα το αίμα μου για σένα, πολύ περισσότερο θα δώσω συγχώρηση και σε σένα και σε κάθε άλλη ψυχή που γνήσια μετανοεί.
Μόλις συνήλθε ο αδελφός από την οπτασία, ένιωσε την καρδιά του γεμάτη χαρά. Έτσι πληροφορήθηκε πώς ο Θεός τον ελέησε. Κι από τότε ζούσε με πολλή ταπείνωση, ευχαριστώντας Τον.

Αναδημοσίευση από: Ψήγματα Ορθοδοξίας

Γιατί σκαλώνω σε μερικά ασήμαντα πράγματα και δεν έχω διάθεση μετά να αγωνισθώ για κάτι ανώτερο;


- Αυτά είναι σαν τις νάρκες που βάζει ο εχθρός, για να αχρηστέψει τον στρατό. Το ταγκαλάκι (έτσι αποκαλούσε ο Γέροντας τον διάβολο και τα δαιμόνια) όταν δει ότι δεν μπορεί να κάνει άλλη ζημιά στον αγωνιστή , κοιτάει πώς να τον αχρηστέψει με ασήμαντα πράγματα.

Ύστερα, να ξέρεις ότι υπάρχουν και μικρά ταγκαλάκια, που κάνουν όμως μεγάλη ζημιά. Μια φορά ρώτησαν ένα μικρό ταγκαλάκι: «Τάχα τι μπορείς να κάνεις εσύ;». «Εγώ τι μπορώ να κάνω; Πάω και μπερδεύω τις κλωστές στις μοδίστρες, στους τσαγκάρηδες, απάντησε, και τους κάνω να θυμώνουν».

Τα μεγαλύτερα σκάνδαλα γίνονται από τιποτένια πράγματα, όχι μόνο σ' εμάς, αλλά μερικές φορές και στα κράτη. Στους πνευματικούς ανθρώπους δεν υπάρχουν σοβαρές αφορμές για σκάνδαλα.

Από το μικρά παίρνει ο διάβολος αφορμή. Τσακίζει τον άνθρωπο ψυχικά με κάτι χαζά, παιδικά πράγματα, οπότε κάνει την καρδιά του όπως εκείνος θέλει και μένει μετά κανείς ένα κούτσουρο.

π. Παΐσιος

Αναδημοσίευση από: Ψήγματα Ορθοδοξίας

Τετάρτη 4 Μαΐου 2011

Μια σκάλα για Τον Ουρανό ! Ας την ανέβουμε . . . ...







Η πορεία μας στη γη είναι μια σκάλα που μας βοηθά ν΄ ανέβουμε Στον Ουρανό.
Να συναντήσουμε Το Δημιουρό μας !
Πολύ όμορφα μας το περιγράφει αυτό ο γέροντας Παϊσιος :




" Ο Καλός Θεός οικονομάει για τον κάθε άνθρωπο έναν σταυρό ανάλογο με την αντοχή του, όχι για να βασανιστεί, αλλά για να ανεβεί από τον σταυρό στον Ουρανό - γιατί στην ουσία ο σταυρός είναι σκάλα προς τον Ουρανό! Αν καταλάβουμε τι θησαυρό αποταμιεύουμε από τον πόνο των δοκιμασιών, δεν θα γογγύζουμε, αλλά θα δοξολογούμε τον Θεό σηκώνοντας το σταυρουδάκι που μας χάρισε, οπότε και σε τούτη την ζωή θα χαιρόμαστε, και στην άλλη θα έχουμε να λάβουμε και σύνταξη και "εφάπαξ". Ο Θεός μας έχει εξασφαλισμένα κτήματα εκεί στον Ουρανο. Όταν όμως ζητούμε να μας απαλλάξει από μια δοκιμασία, δίνει αυτά τα κτήματα σε άλλους και,τα χάνουμε. Ενώ, αν κάνουμε υπομονή, θα μας δώσει και τόκο. Είναι μακάριος αυτός που βασανίζεται εδώ, γιατί, όσο πιο πολύ παιδεύεται σ' αυτήν την ζωή, τόσο περισσότερο βοηθιέται για την άλλη, επειδή εξοφλά αμαρτίες. "


(γέροντας Παϊσιος )


Γι΄ αυτό συνοδοιπόροι μου αγαπημένοι ας μην αποκάμνουμε από την ανάβαση.
Στο τελευταίο σκαλοπάτι ,Το Θείο Φως Του Ουρανού θα γαληνέψει τις ψυχές μας.


Χριστός Ανέστη !


Καλή δύναμη σε όλους . Καλή ανάβαση.

Αναδημοσίευση: Οδεύοντας

Γιατί η ζωή μας ώρες-ώρες είναι τόσο χωρίς νόημα;

Καλή ερώτηση! Τέτοια ερωτήματα είναι σημάδια υγιούς ψυχής. Μιας ψυχής που δε βολεύεται στην ήσυχη και απροβλημάτιστη ζωή. Διψάει κάτι άλλο πάνω από τα κοινά μέτρα. Η στείρα καθημερινότητα δεν τη γεμίζει. Πώς θα μπορούσε, άλλωστε, ένας ουρανοδρόμος αετός να βολευτεί σ’ ένα κοτέτσι; Πώς να ψαλιδίσει τα φτερά του, να κυκλοφορεί σε μια αυλή και να έχει για τροφή του μερικούς σπόρους; Πώς να δεχθεί να βαδίζει με το κεφάλι σκυμμένο, όταν είναι πλασμένος για τα ψηλώματα;

Ανησυχείς, λοιπόν, γιατί τίποτα δε σε γεμίζει. Η ψυχή σου δε βρίσκει πουθενά ικανοποίηση. Και ευτυχώς που ανησυχείς. Το ανησυχητικό δεν είναι ο προβληματισμός και η αναζήτηση. Το ανησυχητικό θα ήταν ο συμβιβασμός και η συμφιλίωση με την ήσσονα προσπάθεια, με το «δε βαριέσαι». Να πνίξει μέσα του ο άνθρωπος τους ευγενικούς πόθους και τους υψηλούς οραματισμούς. Να πάψει να νοσταλγεί τους ουρανούς. Να μην τον συγκλονίζει η βαθιά επιθυμία του ιερού Αυγουστίνου: «Μας έπλασες για σένα, Θεέ μου, και η καρδιά μας είναι ανήσυχη ως ότου αναπαυθεί κοντά σου». Το ανησυχητικό και τραγικό θα ήταν στο ερώτημα «γιατί ζω», να μην έχεις άλλη απάντηση από το «φάγωμεν, πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν» (Α΄ Κορ. ιε΄ 32). Δηλαδή «ερχόμαστε από το μηδέν και πηγαίνουμε στο πουθενά»!

Έτσι είναι. Η ψυχή αν δεν έχει ναρκωθεί από τα όπια του ηδονισμού, της φιλαργυρίας, του αισθησιασμού, και αν δεν έχει αποβλακωθεί από την πλύση εγκεφάλου των μέσων μαζικής επικοινωνίας, είναι φυσικό να προβληματίζεται.

Η απάντηση στα προβλήματα αυτά είναι άλλης τάξης. Θα την αναζητήσουμε στο Θεό. Αυτός είναι, για μας τους Χριστιανούς, ο Δημιουργός της ζωής και σ’ Αυτόν θα αναζητήσουμε το σκοπό της. Αν ανοίξουμε, λοιπόν, τη Γένεση, θα μάθουμε ότι ο Θεός μάς δημιούργησε «κατ’ εικόνα» Του και μας καλεί να γίνουμε «ομοίωσή» Του. Να μοιάσουμε στο Θεό! Στην αιώνια πηγή της αγάπης, της ειρήνης, της χαράς, της σοφίας. Σκοπός της ζωής μας είναι να γίνουμε άγιοι. Όλα τ’ άλλα δεν είναι μικρές ή μεγάλες αλήθειες, ούτε μικρά ή μεγάλα ψεύδη. Είναι τεράστια ψέματα και ασύλληπτες απάτες. Όλες οι εντολές του Θεού συντείνουν στο να ερωτευτούμε με όλη μας την καρδιά το Χριστό!

Γράφει σε προσωπικό του ημερολόγιο ο μητροπολίτης Μεσογαίας κ. Νικόλαος: «Ο άνθρωπος με είχε απογοητεύσει από τα μικρά μου κι όλας χρόνια ως φύση. Με φούντωνε ιδιοφυώς, όμως, μέσα μου η εικόνα του ως δυνατότητα· αυτό που μπορούσε να γίνει. Το ουράνιο κατορθωτό από τον άνθρωπο με γοήτευε περισσότερο απ’ ό,τι αν το συναντούσα στον αγγελικό κόσμο. Η θεϊκότητα του ανθρώπου ίσως είναι το μόνο σημείο που με εντυπωσίαζε περισσότερο από την θεότητα του… Θεού. Η επιστροφή στην κατάσταση του Παραδείσου είναι πιο συγκλονιστική απ’ ότι η παραμονή σ’ αυτόν. Είναι πιο θεϊκή· όχι ως κίνηση, γιατί θυμίζει πτώση -ο Θεός δεν επιστρέφει- αλλά ως μεγαλείο, ως θαύμα. Η χάρις του βεβαιούται. Η αμφισβήτησή Του εκφυλίζεται. Η ύπαρξή Του διαρκώς αποδεικνύεται».

Ευχόμαστε όλοι μας να ανακτήσουμε αυτό το θεϊκό στόχο στη ζωή μας. Ο Θεός είναι πάντα έτοιμος να μας δεχθεί στην αγκαλιά του και να μας οδηγήσει σ’ αυτό το μεγάλο ταξίδι. Και τότε η ζωή μας όχι μόνο θα έχει ένα βαθύ και ουσιαστικό νόημα, αλλά θα αποτελεί μια ευτυχισμένη πραγματικότητα.