
Οι πληροφορίες των Ευαγγελίων για τον Ανδρέα είναι ελάχιστες (Μάρκ.1, 29. Ιω.1, 3.6, 5-9 12, 20-23 κ.α.). Στους καταλόγους των μαθητών του Χριστού (Ματθ.10,2. Μαρκ. 3,14 Λουκ. 6,12. Πράξ. Αποστ. 1,13) o Ανδρέας άλλοτε αναφέρεται αμέσως μετά τον Πέτρο (Ματθ.10,2. Λουκ. 6,14) και άλλοτε μετά τον στενό κύκλο των μαθητών του Χριστού, δηλαδή μετά από τους Πέτρο, Ιωάννη και Ιάκωβο (Μάρκ. 3,18. Πράξ. Αποστ.1,13), πάντοτε όμως μεταξύ των κυριοτέρων αποστόλων. Ο στενός αυτός κύκλος των τεσσάρων μαθητών, που ήταν δύο ζεύγη αδελφών (Ανδρέας-Πέτρος, Ιάκωβος-Ιωάννης), δεν είναι άσχετος προς την προτεραιότητα της κλήσης τους στο αποστολικό αξίωμα, στο οποίο ο Ανδρέας πρώτος κλήθηκε (Πρωτόκλητος). H τελευταία μνεία του Ανδρέα στην Καινή Διαθήκη είναι η μαρτυρία των Πράξεων Αποστόλων (1,13-14), σύμφωνα με την οποία, οι έντεκα μαθητές παρέμεναν συγκεντρωμένοι σε υπερώο της Ιερουσαλήμ μετά την Ανάληψη του Χριστού «προσκαρτερούντες ομοθυμαδόν τη προσευχή συν γυναιξί και Μαριάμ τη μητρί του Ιησού και συν τοις αδελφοίς αυτού».
Η έλλειψη κάθε πληροφορίας στις Πράξεις Αποστόλων για το αποστολικό έργο του Ανδρέα μετά την Πεντηκοστή δεν είναι άσχετη προς τον σκοπό των Πράξεων, που έδωσαν προτεραιότητα στη διάδοση του Ευαγγελίου από τα Ιεροσόλυμα μέχρι τη Ρώμη και στο έργο των αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι η παρακολούθηση της δράσης του Ανδρέα είναι δυνατή μόνο με βάση τα απόκρυφα Ευαγγέλιο, Πράξεις και Μαρτύρια.
Το Ευαγγέλιον Ανδρέου έχει σήμερα χαθεί, αλλά είναι βέβαιο ότι προερχόταν από τους κύκλους των Γνωστικών και είχε ανάλογο περιεχόμενο με τις απόκρυφες

Ιδιαίτερη σημασία απέκτησε η παράδοση για τη δράση του αποστόλου Ανδρέα, μετά τη Σκυθία (δηλ. Αλανία, Ζηκχία και Ταυρική), στην Ελλάδα και ειδικότερα σχετικά με την ίδρυση της εκκλησίας του Βυζαντίου και τη χειροτονία σ' αυτήν ως επισκόπου του Στάχυ, ενός από τους εβδομήκοντα μαθητές του Χριστού: «και προς τινα χώραν καλουμένην Αργυρόπολιν καταλαβών και εκείσε εκκλησίαν δειμάμενος, τον ένα των εβδομήκοντα μαθητών Στάχυν ονόματι,... χειροτονήσας του Βυζαντίου επίσκοπον... Διελθών δέ την Θεσσαλίαν και Ελλάδα... μέτεισι προς την Αχαΐαν,». Η παράδοση αυτή για την ίδρυση της Εκκλησίας και τη χειροτονία επισκόπου της πόλης του Βυζαντίου, όπου κτίστηκε αργότερα η Κωνσταντινούπολη, χρησιμοποιήθηκε με ιδιαίτερη έμφαση από τα τέλη του 6ου αιώνα για την προβολή της αποστολικότητας του Θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως στη διαμάχη του με τη Ρώμη (F. Drornik, The idea of Apostolicity in Byzantium and the Legend of the Apostle Andrew, 1958).Σημαντική απέκτησε σπουδαιότητα και η παράδοση για τη δράση και τη σταύρωση του Ανδρέα στην Πάτρα, μετά την προσέλκυση στον χριστιανισμό της Μαξιμίλλας, συζύγου του Ρωμαίου ανθυπάτου Αιγεάτη. Το λείψανο του, που ενταφιάστηκε από τη Μαξιμίλλα και τον επίσκοπο Στρατοκλή, διακομίστηκε το 357 στην Κωνσταντινούπολη και κατατέθηκε στον ναό των Αγίων Αποστόλων. Κατά τους παλαιολόγειους όμως χρόνους αναφέρεται η φύλαξη της κάρας στην Πάτρα μέχρι το 1460, οπότε ο δεσπότης του Μορέως Θωμάς Παλαιολόγος τη μετέφερε στη Ρώμη. Η σύνδεση αυτή του Ανδρέα με την Πάτρα εξηγεί την ιδιαίτερη τιμή που αποδίδει η πόλη στον πολιούχο της.
Αξιόλογο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι δεσμοί της Σικελίας με τον απόστολο Ανδρέα, που οφείλονται σε μεταφορά λειψάνων του κατά τον 4ο ή τον 6ο και τον 9ο ακόμη αιώνα. Είναι γεγονός ότι κατά τον 11ο αιώνα υπήρχαν πολλοί ναοί στη Σικελία αφιερωμένοι στον απόστολο Ανδρέα, που θεωρήθηκε προστάτης της χώρας, ενώ ο σταυρός του Ανδρέα σε σχήμα Χ καθιερώθηκε ως εθνικό έμβλημα.
πηγή: Β. ΦΕΙΔΑΣ
Αναδημοσίευση: Ι.Ν. Αγίου Ανδρέου Αιγίου
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου